Το σερβικό ρηματικό επίρρημα (glagolski prilog): -ći και -vši
Όταν στα ελληνικά λέμε «περπατώντας τραγουδούσα» ή «δουλεύοντας ακούω μουσική», χρησιμοποιούμε μια άκλιτη μετοχή σε -οντας/-ώντας που δείχνει μια ενέργεια συνοδευτική σε μια άλλη. Τα σερβικά έχουν το ακριβές αντίστοιχο εργαλείο, μόνο που το χωρίζουν σε δύο ξεχωριστές μορφές. Λέγεται glagolski prilog, δηλαδή ρηματικό επίρρημα, και η μεγάλη ευκολία για εμάς είναι ότι, όπως και η ελληνική μετοχή σε -οντας, είναι εντελώς άκλιτο: δεν αλλάζει ποτέ κατά γένος, αριθμό ή πρόσωπο. Μία μορφή για όλους. Η πρώτη μορφή είναι το ρηματικό επίρρημα ενεστώτα (glagolski prilog sadašnji) και τελειώνει σε -ći. Δηλώνει μια ενέργεια ταυτόχρονη με αυτήν της κύριας πρότασης — δύο πράγματα που συμβαίνουν μαζί. Ο σχηματισμός του είναι μηχανικός: παίρνεις το γ' πληθυντικό πρόσωπο του ενεστώτα και αντικαθιστάς την κατάληξη -u με -ći. Έτσι το rade («δουλεύουν») γίνεται radeći, το idu («πηγαίνουν») γίνεται idući, το piju («πίνουν») γίνεται pijući, το drže («κρατούν») γίνεται držeći και το gledaju («κοιτούν») γίνεται gledajući. Δες πώς λειτουργεί μέσα σε πρόταση: «Radeći, slušam muziku» — «Δουλεύοντας, ακούω μουσική». Ή «Idući kući, sreo sam ga» — «Πηγαίνοντας σπίτι, τον συνάντησα». Η σύνδεση με το ελληνικό «-οντας» είναι σχεδόν ένα προς ένα, και αυτή η αντιστοιχία θα σε γλιτώσει από πολλά λάθη. Εδώ όμως μπαίνει η πρώτη κρίσιμη λεπτομέρεια: το ρηματικό επίρρημα ενεστώτα σχηματίζεται ΜΟΝΟ από ρήματα ατελούς (imperfective) όψης, δηλαδή από ρήματα που εκφράζουν διάρκεια ή επανάληψη. Από ένα τελικό (perfective) ρήμα, που εκφράζει ολοκληρωμένη πράξη, δεν φτιάχνεται μορφή σε -ći. Τύποι όπως «uradeći» απλώς δεν υπάρχουν. Η δεύτερη μορφή είναι το ρηματικό επίρρημα παρελθόντος (glagolski prilog prošli) και τελειώνει σε -vši. Δηλώνει μια ενέργεια που ολοκληρώθηκε ΠΡΙΝ από την ενέργεια της κύριας πρότασης. Σχηματίζεται από τελικά (perfective) ρήματα: παίρνεις το θέμα του απαρεμφάτου και προσθέτεις -vši. Έτσι το završiti γίνεται završivši και το uraditi γίνεται uradivši. Υπάρχουν και ανώμαλοι τύποι, όπως doći → došavši, καθώς και το ειδικό ρήμα biti, που δίνει budući και bivši. Παράδειγμα: «Završivši posao, otišao je» — «Έχοντας τελειώσει τη δουλειά, έφυγε». Εδώ ακριβώς φαίνεται η διαφορά από τα ελληνικά: εμείς δεν έχουμε μονολεκτική μετοχή για την προηγούμενη ενέργεια, οπότε την αποδίδουμε με «αφού + ρήμα» («αφού τελείωσε τη δουλειά») ή με «έχοντας + ρήμα» («έχοντας τελειώσει»). Ως προς το ύφος, και οι δύο μορφές ανήκουν κυρίως στον γραπτό, λογοτεχνικό ή επίσημο λόγο. Στην καθημερινή κουβέντα ο Σέρβος συχνά προτιμά μια ολόκληρη δευτερεύουσα πρόταση (π.χ. «dok radim, slušam muziku»). Καλό είναι να τις αναγνωρίζεις άνετα στο διάβασμα και να τις χρησιμοποιείς με μέτρο όταν γράφεις. Οι βασικές παγίδες είναι λίγες αλλά επίμονες. Πρώτον, μην βάζεις τη μορφή σε -ći για ολοκληρωμένη ή προηγούμενη ενέργεια· εκεί χρειάζεσαι το -vši. Δεύτερον, μην προσπαθείς να φτιάξεις -ći από τελικό ρήμα. Τρίτον — και αυτό ισχύει ακριβώς όπως στα ελληνικά — το εννοούμενο υποκείμενο του ρηματικού επιρρήματος πρέπει να είναι το ΙΔΙΟ με το υποκείμενο της κύριας πρότασης· αλλιώς προκύπτει η «μετέωρη» μετοχή, το ίδιο σφάλμα που κάνουμε όταν λέμε λανθασμένα «περπατώντας, με βρήκε η βροχή». Και τέλος, μην ξεχνάς το κόμμα που χωρίζει το ρηματικό επίρρημα από την υπόλοιπη πρόταση.
Παραδείγματα
- Idući kući, sreo sam ga. Walking home, I met him.
- Radeći, slušam muziku. While working, I listen to music.
- Završivši posao, otišao je. Having finished work, he left.
Ολόκληρο το μάθημα
Όλα όσα υπάρχουν στο βίντεο, σε κείμενο.
-
Καθώς πήγαινα σπίτι, τον συνάντησα. Αυτή τη δευτερεύουσα πρόταση καθώς πήγαινα μπορείς να τη συμπυκνώσεις σε μία μόνο λέξη: idući. Idući kući, sreo sam ga. Αυτό είναι το ρηματικό επίρρημα — ένα εργαλείο που κάνει τον λόγο σου περιεκτικό και κομψό.
-
Υπάρχουν δύο ρηματικά επιρρήματα. Το ενεστωτικό, με την κατάληξη -ći, περιγράφει μια πράξη που συμβαίνει ταυτόχρονα με την κύρια πράξη. Το παρελθοντικό, με την κατάληξη -vši, περιγράφει μια πράξη που ολοκληρώθηκε πριν από την κύρια πράξη. Και τα δύο είναι άκλιτα — δεν αλλάζουν μορφή ούτε για γένος, ούτε για αριθμό, ούτε για πρόσωπο.
-
Η διαφορά βρίσκεται στον χρόνο. Το ενεστωτικό επίρρημα είναι δύο πράξεις που τρέχουν την ίδια στιγμή — όσο διαρκεί η μία, συμβαίνει και η άλλη. Το παρελθοντικό επίρρημα είναι σειρά: πρώτα ολοκληρώνεται η μία πράξη, και μόνο τότε έρχεται η δεύτερη. Γι' αυτό η ερώτηση είναι: ταυτόχρονα, ή πρώτα το ένα και μετά το άλλο;
-
Ξεκίνα από το ενεστωτικό επίρρημα. Το σχηματίζεις από ατελή (μη συνοπτικά) ρήματα, από το τρίτο πρόσωπο πληθυντικού του ενεστώτα, προσθέτοντας στο θέμα το -ći. Το rade συν -ći δίνει radeći. Radeći, slušam muziku. Δουλεύω και ακούω την ίδια στιγμή — το radeći κουβαλά αυτή την ταυτοχρονία σε μία λέξη.
-
Να και η πρώτη πρόταση από την εισαγωγή, τώρα ολόκληρη. Το idu συν -ći δίνει idući — μια πράξη που διαρκεί παράλληλα με την κύρια. Idući kući, sreo sam ga. Καθώς πήγαινα, τότε τον συνάντησα κιόλας. Μία λέξη, το idući, αντικατέστησε ολόκληρη τη δευτερεύουσα πρόταση καθώς πήγαινα.
-
Θυμήσου τον σχηματισμό του ενεστωτικού επιρρήματος έτσι: παίρνεις το τρίτο πρόσωπο πληθυντικού, αυτό με το -u, και απλώς αντικαθιστάς αυτό το -u με την κατάληξη -ći. Το piju δίνει pijući, το drže δίνει držeći, το gledaju δίνει gledajući.
-
Τώρα το παρελθοντικό επίρρημα. Αυτό το σχηματίζεις από τέλεια (συνοπτικά) ρήματα, συνήθως από το θέμα του αρσενικού γένους της μετοχής, προσθέτοντας το -vši. Το završio δίνει završivši. Završivši posao, otišao je. Πρώτα τελειώνει η δουλειά, και μόνο μετά φεύγει. Το završivši λέει καθαρά: αυτή η πράξη προηγήθηκε της κύριας.
-
Ακόμη ένα παρελθοντικό επίρρημα, για να νιώσεις τη σειρά. Από το uraditi παίρνεις uradivši — μια πράξη που έκλεισε πριν αρχίσει η επόμενη. Uradivši zadatak, legao je da spava. Η εργασία πρώτα ολοκληρώθηκε, και μόνο μετά ακολουθεί ο ύπνος. Το παρελθοντικό επίρρημα κουβαλά πάντα αυτό το τελειωμένο πριν από την κύρια πράξη.
-
Να και η βασική παγίδα. Το ενεστωτικό επίρρημα πρέπει να δηλώνει ταυτόχρονη πράξη — ποτέ τελειωμένη, προηγούμενη. Αν η πράξη είναι τελειωμένη πριν από την κύρια, δεν επιτρέπεται να πεις završavajući posao, otišao je, γιατί αυτό ακούγεται σαν να εξακολουθεί να δουλεύει και να φεύγει την ίδια στιγμή. Χρειάζεσαι το παρελθοντικό επίρρημα: završivši posao, otišao je.
-
Η δεύτερη παγίδα είναι στον σχηματισμό. Το ενεστωτικό επίρρημα σχηματίζεται μόνο από ατελή (μη συνοπτικά) ρήματα. Από τέλειο (συνοπτικό) ρήμα όπως το uraditi δεν υπάρχει ενεστωτικός τύπος uradeći — αυτό δεν είναι λέξη. Τα τέλεια ρήματα δίνουν μόνο παρελθοντικό επίρρημα: uradivši.
-
Επειδή είναι άκλιτα, τα ρηματικά επιρρήματα δεν συμφωνούν ούτε με το γένος ούτε με τον αριθμό του υποκειμένου. Ο ίδιος τύπος ισχύει για όλα. Smejući se, deca su trčala. Το υποκείμενο είναι πληθυντικός, ουδέτερο γένος, και το επίρρημα παραμένει smejući se — χωρίς καμία αλλαγή. Αυτό το κάνει εύκολο στη χρήση.
-
Ας ανακεφαλαιώσουμε. Το ενεστωτικό ρηματικό επίρρημα σε -ći το σχηματίζεις από ατελή ρήματα και με αυτό λες ότι δύο πράξεις συμβαίνουν ταυτόχρονα — radeći, idući. Το παρελθοντικό επίρρημα σε -vši το σχηματίζεις από τέλεια ρήματα και με αυτό λες ότι μία πράξη προηγήθηκε της άλλης — završivši, uradivši. Και τα δύο είναι άκλιτα. Συμπύκνωσε τη δευτερεύουσα πρόταση σε μία λέξη και η γλώσσα σου γίνεται πιο κομψή.